ΚΟΙΛΙΑΚΗ ΑΟΡΤΗ


Ανεύρυσμα είναι η προοδευτική διεύρυνση του αυλού μιας αρτηρίας σε εντοπισμένη έκταση ή και σε εκτεταμένη. Το ανεύρυσμα της κοιλιακής αορτής εντοπίζεται εντός της κοιλίας, στο επίπεδο κάτωθεν των νεφρικών αρτηριών, και μπορεί να επεκτείνεται στους λαγόνιους άξονες. Συνήθως είναι ασυμπτωματικό και αποκαλύπτεται κατά τη διάρκεια τυχαίου διαγνωστικού ελέγχου (κλινική εξέταση, υπέρηχοι, αξονική τομογραφία, μαγνητική τομογραφία), για τη διερεύνηση κάποιας άλλης πάθησης.

Η κυριότερη επιπλοκή του ανευρύσματος της κοιλιακής αορτής είναι η ρήξη, η οποία συνοδεύεται από υψηλά ποσοστά θνητότητας. Το φυσιολογικό μέγεθος της κοιλιακής αορτής είναι 1,8 - 2,2 cm, ενώ αν η διάμετρος της κοιλιακής αορτής γίνει μεγαλύτερη από 3,5 cm, τότε θεωρείται ανευρυσματική. Ανευρύσματα κοιλιακής αορτής με μέγιστη διάμετρο αυλού μεγαλύτερη από 5,5 cm πρέπει να αντιμετωπίζονται χειρουργικά.
Η διάγνωση του ανευρύσματος της κοιλιακής αορτής καθώς και η εξέλιξη της πορείας του (όταν βρίσκεται σε μικρότερα μεγέθη) γίνεται με υπερήχους (συνήθως κάθε 6 μήνες).
Θεραπεία του ανευρύσματος είναι η χειρουργική, είτε με κοιλιακή τομή, είτε με αντικατάσταση του ανευρύσματος με μόσχευμα υπό γενική αναισθησία, ή και με την καινούργια μέθοδο ενδαγγειακής προσέγγισης υπό επισκληρίδιο αναισθησία, με εισαγωγή του μοσχεύματος από τομή στη μηροβουβωνική πτυχή, χωρίς κοιλιακή τομή. Η ενδαγγειακή μέθοδος έχει και μικρό χρόνο νοσηλείας, 2 με 3 ημέρες.